Στο τέλος δε θα θυμόμαστε τα λόγια όσων μας πλήγωσαν – δίδαξαν, αλλά τη σιωπή όσων μας στήριξαν πραγματικά με υπομονή και επιμονή κι επέλεξαν να μας δώσουν χώρο και χρόνο απλόχερα. Είναι πολύ πιο εύκολο να βομβαρδίσεις κάποιον με ένα κάρο ερωτήματα για το που, το πώς, το πότε, το «γιατί», από το απλά να παύσεις. Αυτό το καταραμένο γιατί… Γιατί πήγες εκεί; Γιατί του έστειλες; Γιατί δε μιλάς; Γιατί μου κρύβεις πράγματα; Γιατί η φούστα σου είναι τόσο κοντή; Γιατί έβαλες φούστα; Γιατί δε μαγείρεψες σήμερα; Γιατί τα μάτια σου είναι πρησμένα; Γιατί κλαις; Γιατί γελάς; Γιατί, γιατί, γιατί… Είναι εύκολο το γιατί, είναι ηλίθιο και λίγο.
Εύκολο, γιατί έτσι μάθαμε. Ηλίθιο, γιατί αν θέλουμε να «κλειδώσουμε» κάποιον και να τον κάνουμε να μη μιλήσει τελικά, πρέπει να ξεκινήσουμε την πρότασή μας με αυτό αδιαπραγμάτευτα. Λίγο, γιατί… ο συνδυασμός του εύκολου και του ηλίθιου, τι μας κάνουν; Όταν στήνουμε στον τοίχο τον άλλο, τον χ, ψ άλλο και απαιτούμε απαντήσεις σε γιατί, πότε και που, χωρίς να μας έχει δώσει το πράσινο φως και πόσο μάλλον αν περνά δύσκολα, ας αναρωτηθούμε τελικά… πόσο για το «καλό του» το κάνουμε; Πόσο πραγματικά θέλουμε όπως λέμε με αυτόν τον τρόπο να τον στηρίξουμε; Πόσο όντως τελικά νοιαζόμαστε; Θέλω να πω… μήπως απλά επιθυμούμε να ικανοποιήσουμε και λίγο την περιέργειά μας;